ΕΝΕΣΙΜΗ ΒΙΤΑΜΙΝΗ C: ΜΙΑ ΠΟΛΛΑ ΥΠΟΣΧΟΜΕΝΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΚΑΡΚΙΝΟΥ

ΕΝΕΣΙΜΗ ΒΙΤΑΜΙΝΗ C: ΜΙΑ ΠΟΛΛΑ ΥΠΟΣΧΟΜΕΝΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΚΑΡΚΙΝΟΥ


Τα ELLINIKA HOAXES έχουν δημοσιεύσει άρθρο με τίτλο «Βιταμίνη C κατά του καρκίνου; – Καταρρίπτεται». Πρόκειται για ένα σύντομο και αστείο άρθρο άνευ πλούσιας βιβλιογραφίας που μπερδεύει την στοματική λήψη της βιταμίνης C με την ενδοφλέβια βιταμίνη C σε πολύ υψηλές δόσεις. Ενώ η στοματική λήψη βιταμίνης C δεν φαίνεται να αποτελεί θεραπεία του καρκίνου (έχει κυρίως προληπτική δράση), η ενδοφλέβια βιταμίνη C σε πολύ υψηλές δόσεις φαίνεται ότι είναι ένας πολύ ισχυρός χημειοθεραπευτικός παράγοντας.

Το άρθρο των ELLINIKA HOAXES δημοσιεύθηκε εδώ:



http://ellinikahoaxes.gr/2017/05/30/vitamin-c-cancer/

Εκτός από αυτό το άρθρο, ο συνεργάτης των ELLINIKA HOAXES ο χρήστης του youtube The Mad Sc1ent1st (που όπως ο ίδιος αποκάλυψε ονομάζεται Στάμος Αρχόντης) σε ένα εμετικό βίντεο εναντίον μου (το οποίο ως συκοφαντική δυσφήμιση σηκώνει και μήνυση) ανέφερε τα εξής ψεύδη για τη θεραπεία του καρκίνου με βιταμίνη C: «Η ορθομοριακή ιατρική δεν είναι ιατρική, δεν είναι τίποτα. Έχει την ίδια επιστημονική αναγνώριση όσο η ομοιοπαθητική και το ρέικι. Και επειδή ο κ. Δημόπουλος λέει ότι ένας από τους ανθρώπους που την εφηύρε ήταν ο Linus Pauling, ας το εξετάσουμε: Η όλη ιστορία με τη χρήση υπερβολικών δόσεων βιταμινών για θεραπεία ξεκίνησε το 1972 με τον Linus Pauling και τον Cameron…Ισχυρίστηκαν ότι από 100 ασθενείς με καρκίνο στα τελευταία στάδια, στους οποίους χορηγήθηκαν 10.000 mg βιταμίνης C η πλειονότητα έζησε τρεις με τέσσερεις φορές περισσότερο». Το εμετικό βίντεο μπορείτε να το δείτε εδώ:

" style="font-family: inherit; font-size: 0.6667em; font-style: inherit; font-weight: normal; line-height: inherit; border: 0px; outline: 0px; -webkit-font-smoothing: antialiased; word-wrap: break-word; text-decoration-line: none; background: transparent; transition: all 0.3s ease 0s; display: block; margin-top: 1em; color: rgb(121, 121, 121);">https://

Ο Στάμος Αρχόντης αναφέρει ότι κάποιες μελέτες απέρριψαν τις μελέτες αυτές των Pauling και Cameron. Ο άσχετος με τα θέματα ιατρικής χημικός ή φοιτητής χημείας μπερδεύει τη στοματική λήψη βιταμίνης C με την ενδοφλέβια βιταμίνη C. Αρκεί να αναφέρω ότι το 2017 δημοσιεύθηκε στη Science Daily άρθρο με τίτλο Why high-dose vitamin C kills cancer cells (Γιατί η υψηλή δόση βιταμίνη C σκοτώνει τα καρκινικά κύτταρα) καθώς και άρθρο της Medical News Today με τίτλο High-dose vitamin C makes cancer treatment more effective, trial shows (Η βιταμίνη C υψηλής δόσης κάνει τη θεραπεία του καρκίνου περισσότερο αποτελεσματική, έδειξε δοκιμή). Φυσικά όλα αυτά και πολλά άλλα που παραθέτω σε αυτό το άρθρο τα έχουν αποκρύψει, όχι ασφαλώς ένεκα αγνοίας, αλλά ένεκα σκοπιμότητας.



Ας δούμε λοιπόν ποια είναι η πραγματικότητα και ας ξεσκεπάσουμε τα ψεύδη των ELLINIKA HOAXES και του Στάμου Αρχόντη The Mad Sc1ent1st.

Η βιταμίνη C είναι η πιο δημοφιλής βιταμίνη. Όλοι μας γνωρίζουμε την αξία της για την υγεία μας, για αυτό και τρώμε ωμά φρούτα και λαχανικά, για να προμηθεύσουμε τον οργανισμό μας με αυτή τη βιταμίνη. Όλοι γνωρίζουμε ότι η έλλειψη της βιταμίνης C προκαλεί σκορβούτο και ότι η βιταμίνη C είναι μια αντιοξειδωτική ουσία.

Αυτό όμως που οι περισσότεροι ίσως δεν έχετε πληροφορηθεί είναι ότι η βιταμίνη C μας προφυλάσσει από τον καρκίνο. 120 ιατρικές μελέτες χαρακτηρίζουν τη βιταμίνη C ως ένα «πραγματικό εμβόλιο κατά του καρκίνου».

Οι αντικαρκινικές ιδιότητες της βιταμίνης C οφείλονται στο ότι:

α) Είναι μια αντιοξειδωτική ουσία, η οποία μας προστατεύει από τις ελεύθερες ρίζες.

β) Τα λεμφοκύτταρα Τ που προστατεύουν τον ανθρώπινο οργανισμό από τις ασθένειες και τον καρκίνο χρειάζονται υψηλή ποσότητα βιταμίνης C. Τα φυσικά φονικά κύτταρα (NK cells), τα κυριότερα όπλα μας κατά του καρκίνου, γίνονται δραστικά, αν λαμβάνουν υψηλές ποσότητες βιταμίνης C (1).

γ) Αυξάνει την παραγωγή ιντερφερόνης, η οποία έχει αντικαρκινική δράση και δρα κατά των όγκων (2).

δ) Μας προστατεύει από τις καρκινογόνες ουσίες που σχηματίζονται με το ψήσιμο του κρέατος.

Μια αποτελεσματική θεραπεία πρέπει είτε να προλαμβάνει την εξάπλωση των καρκινικών κυττάρων είτε να αυξάνει τον θάνατό τους. Η βιταμίνη C κάνει και τα δύο. Υψηλή δόση βιταμίνης C εξολοθρεύει τα καρκινικά κύτταρα επιλεκτικά, χωρίς να βλάπτει τα υγιή κύτταρα (3-4). Στην πραγματικότητα αντί να βλάπτουν τα φυσιολογικά κύτταρα, οι αντιοξειδωτικές ιδιότητες της βιταμίνης μπορούν να βελτιώσουν την υγεία του ασθενούς.

Η ιδέα ότι η βιταμίνη C μπορεί να παρέχει μια αποτελεσματική θεραπεία του καρκίνου πρωτοεμφανίστηκε πριν μισό αιώνα (5). Από τότε έχουν δημοσιευτεί εκατοντάδες εργαστηριακές μελέτες, μελέτες σε ζώα και σε ανθρώπους, όσον αφορά στις επιδράσεις του ασκορβικού οξέος στον καρκίνο. Οι αποδείξεις συνεχίζουν να συσσωρεύονται. Για παράδειγμα η ομάδα του Mark Levine στο US National Institutes of Health (NIH) πρόσφατα επιβεβαίωσε αναφορές, όσον αφορά στις επιλεκτικές κυτταροτοξικές δράσεις της βιταμίνης C στα καρκινικά κύτταρα (6).

Συχνές δόσεις βιταμίνης C απαιτούνται, για να τη διατηρούν σε υψηλά επίπεδα στο αίμα, οδηγώντας σε απέκκριση στα ούρα. Χαμηλά επίπεδα βιταμίνης C οδηγούν σε ασθένεια και κακή υγεία, ενώ υψηλότερα επίπεδα συνδέονται με πρόληψη του καρκίνου και γενική καλή υγεία (7). Συχνές δόσεις βιταμίνης C δια στόματος ή ενδοφλέβιες δόσεις sodium ascorbate μπορεί να είναι ευεργετικές στη θεραπεία του καρκίνου (8-11). Ενδοφλέβια χορήγηση είναι γενικά πιο αποτελεσματική ως θεραπεία του καρκίνου, αν και είναι πιθανό ότι συχνές δόσεις δια στόματος μπορεί να είναι μια αποτελεσματική θεραπεία.

Επιπλέον ενδείξεις ότι η βιταμίνη C μπορεί να είναι μια αποτελεσματική θεραπεία προέρχονται από το εύρημα ότι το ασκορβικό οξύ κάνει τα καρκινικά κύτταρα να μη μεγαλώνουν. Ο Ki Won Lee και οι συνεργάτες του από το πανεπιστήμιο της Seoul έχουν περιγράψει έναν μηχανισμό με τον οποίο η βιταμίνη C σταματά τα καρκινικά κύτταρα να εξαπλώνονται (12). Τα φυσιολογικά κύτταρα σταματάνε να μεγαλώνουν, όταν λαμβάνουν σήματα από γειτονικά κύτταρα. Αυτά τα σήματα προκαλούνται από το υπεροξείδιο του υδρογόνου και από άλλα οξειδωτικά. Οι καρκίνοι μπορούν να συνεχίσουν να εξαπλώνονται, διότι δεν ανταποκρίνονται στα σήματα που εμποδίζουν την ανάπτυξη των φυσιολογικών κυττάρων. Ο Ki Won Lee έδειξε ότι η βιταμίνη C κάνει ικανά τα καρκινικά κύτταρα να λαμβάνουν και να δρουν σε τέτοια μηνύματα να σταματήσουν να μεγαλώνουν.

Η βιταμίνη C είναι ένα υδατοδιαλυτό αντιοξειδωτικό. Κάτω όμως από ορισμένες περιστάσεις μπορεί να δρα ως οξειδωτικό. Οι οξειδωτικές ιδιότητες της βιταμίνης C θεωρούνται ότι είναι το κεντρικό χαρακτηριστικό της αντικαρκινικής της δράσης.

Το ασκορβικό οξύ έχει ισχυρές επιδράσεις στον μεταβολισμό των καρκινικών κυττάρων. Έχει φανεί ότι εμποδίζει την ανάπτυξη διαφόρων καρκινικών κυττάρων και την ανάπτυξη όγκων σε πειράματα σε ζώα. Η βιταμίνη C σκοτώνει τα καρκινικά κύτταρα με την οξείδωση και ειδικότερα παράγοντας υπεροξείδιο του υδρογόνου μέσα στο σώμα του κυττάρου. Επιπλέον το υπεροξείδιο του υδρογόνου παραγόμενο με αυτό τον τρόπο δίνει επιπρόσθετα οξειδωτικά, όπως ρίζα υδροξυλίου που μπορεί να βλάπτει σοβαρά τα καρκινικά κύτταρα.

Όταν τα επίπεδα γλυκόζης είναι χαμηλά, οι όγκοι απορροφούν περισσότερη βιταμίνη C. Ωστόσο υψηλά επίπεδα γλυκόζης εμποδίζουν την απορρόφηση του ασκορβικού οξέος.

Η ιδέα ότι η βιταμίνη C μπορούσε να χρησιμοποιηθεί, για να θεραπεύσει τον καρκίνο, επανεμφανίστηκε το 1976 από τον δύο φορές νομπελίστα Linus Pauling και τον Ewan Cameron, έναν Σκοτσέζο χειρουργό, ειδικό στον καρκίνο. Αν και υπήρχαν αποδείξεις στην ιατρική βιβλιογραφία ότι το ασκορβικό οξύ χρησιμοποιούμενο σε άριστες δόσεις ήταν θεραπευτικό για τους καρκινοπαθείς, δεν ήταν μέχρι που ο Linus Pauling και ο Ewan Cameron δημοσίευσαν το βιβλίο με τίτλο «Cancer and Vitamin C» (Καρκίνος και βιταμίνη C) το 1979, το οποίο προκάλεσε ενδιαφέρον στον επιστημονικό κόσμο (13). Στην αρχή ο Cameron ήταν σκεπτικός ότι η βιταμίνη C μπορούσε να δουλέψει κατά του καρκίνου. Ωστόσο κατάλαβε ότι οι ασθενείς του είχαν λίγα να χάσουν. Μερικοί ήταν σε τελικά στάδια και, ακόμα και αν η βιταμίνη C δεν ήταν αποτελεσματική, δεν θα έβλαπτε. Άρχισε να δίνει 10 γραμμάρια την ημέρα βιταμίνης C σε ασθενείς τελικού σταδίου και πείστηκε για τα οφέλη.

Ο Cameron εξέταζε την πρόοδο της ανεξέλεγκτης διηθητικότητας των όγκων (της ικανότητας διήθησης και ενεργητικής καταστροφής των περιβαλλοντικών ιστών, κάτι που αποτελεί ιδιότητα των κακοήθων όγκων) και εξέταζε τρόπους, για να εμποδίζει τα καρκινικά κύτταρα να καταστρέφουν υγιείς ιστούς και να κάνουν μετάσταση σε απομακρυσμένα όργανα. Εστίασε την προσοχή του στον πιθανό ρόλο ενός ενζύμου, της υαλουρονιδάσης, να υποστηρίζει τη διηθητικότητα των όγκων και πρότεινε ότι ο χειρισμός ενός αναστολέα αυτού του ενζύμου, που υπάρχει στο αίμα, θα μπορούσε να χρησιμεύσει στον έλεγχο αυτής της λειτουργίας. Στις αρχές του 1970 ο Cameron και ο συνεργάτης του Douglas Rotman διαπίστωσαν ότι ο αναστολέας αυτός περιέχεται στο ασκορβικό οξύ. Υπέθεσαν ότι αυξάνοντας την ποσότητα ασκορβικού οξέος στο αίμα θα μπορούσαν να αυξήσουν την παραγωγή ή τη δράση του αναστολέα της υαλουρονιδάσης και ως εκ τούτου να εμποδίσουν τα καρκινικά κύτταρα να καταστρέφουν τους υγιείς ιστούς (14).

Εκτός από τον Cameron και ο Linus Pauling εργαζόμενος στην Καλιφόρνια εξέτασε τον πιθανό ρόλο της βιταμίνης C στη θεραπεία του καρκίνου. Εστίασε την προσοχή του στον ρόλο του κολλαγόνου στη διηθητικότητα των όγκων και ανέφερε ότι για τη σύνθεση του κολλαγόνου απαιτείται βιταμίνη C (15). Ο Cameron και ο Pauling ένωσαν τις δυνάμεις τους και συνεργάστηκαν σε αυτή την έρευνα. Πρότειναν ότι, αν αυξανόταν η εισαγωγή της βιταμίνης C, θα επιτυγχανόταν σύνθεση περισσότερου κολλαγόνου, κάτι που θα βοηθούσε στην παρεμπόδιση των καρκινικών κυττάρων να εισβάλλουν στους υγιείς ιστούς και θα αύξανε τις φυσικές αντιστάσεις του σώματος κατά του καρκίνου (16). Το συμπέρασμα της έρευνάς τους ήταν ότι η έλλειψη της βιταμίνης C θα είχε ως αποτέλεσμα να μπορούν τα καρκινικά κύτταρα πολύ πιο εύκολα να εισβάλλουν στους υγιείς ιστούς και να κάνουν μετάσταση σε απομακρυσμένα όργανα (17).

Αρχικά οι Cameron και Pauling δημοσίευσαν αναφορές περιπτώσεων 50 ασθενών, στους οποίους δόθηκαν ενέσεις sodium ascorbate μαζί με συμπληρώματα δια στόματος βιταμίνης C. Οι Cameron και Pauling αύξησαν τον αριθμό των ασθενών στους 100 και βρήκαν ότι οι καρκινοπαθείς που θεραπεύτηκαν με βιταμίνη C επιβίωσαν τρεις με τέσσερεις φορές περισσότερο από τα άτομα ελέγχου που δεν είχαν θεραπευτεί. Η ομάδα ελέγχου αποτελείτο από 1000 ασθενείς που δεν έλαβαν βιταμίνη C.

Ο Cameron μαζί με τον Pauling συνέχισαν να εφαρμόζουν αγωγή σε καρκινοπαθείς με μεγαδόσεις βιταμίνης C και υποστήριξαν ότι η βιταμίνη C «όχι μόνο αυξάνει τον χρόνο επιβίωσης των καρκινοπαθών, αλλά επιπλέον οδηγεί σε βελτίωση της γενικότερης κατάστασης της υγείας τους». Συγκεκριμένα σε βιβλίο που έγραψαν μαζί το 1979 αναφέρουν ότι χορηγώντας βιταμίνη C σε υψηλές δόσεις σε ασθενείς με καταληκτικό καρκίνο πέτυχαν αντικειμενική βελτίωση της υγείας τους σχεδόν σε κάθε ασθενή από την πέμπτη μέρα. Οι ασθενείς αισθάνονταν καλύτερα και πιο δυνατοί. Ενοχλητικά συμπτώματα όπως πόνοι στα κόκκαλα από μετάσταση στον σκελετό μειώθηκαν και σε ορισμένες περιπτώσεις εξαφανίστηκαν τελείως. Οι ασθενείς έγιναν πιο ζωηροί και επίσης έτρωγαν περισσότερο. Ανέφεραν επίσης ότι με τις υψηλές δόσεις βιταμίνης C πέτυχαν να μειώσουν τις παρενέργειες των συμβατικών θεραπειών (18).

Στο ίδιο βιβλίο παραθέτουν σύντομα ιστορικά ασθενών που υποβλήθηκαν σε αγωγή με μεγαδόσεις βιταμίνης C, αφού πριν είχαν εξαντλήσει όλες τις συμβατικές θεραπείες χωρίς αποτέλεσμα. Αναφέρουν ότι το 20% των ασθενών δεν έδειξαν ανταπόκριση στη θεραπεία με βιταμίνη C, 25% των ασθενών έδειξαν μικρή ανταπόκριση, στο 25% των ασθενών σημειώθηκε επιβράδυνση της εξέλιξης των όγκων, στο 20% σημειώθηκε στασιμότητα της κατάστασής τους, στο 9% σμίκρυνση των όγκων και στο 1% αιμορραγία των όγκων. Ο Cameron και ο Pauling διευκρινίζουν ότι θα επιτυγχάνονταν καλύτερα αποτελέσματα, αν χορηγείτο νωρίτερα βιταμίνη C στους συγκεκριμένους ασθενείς.

Το 1974 ο Cameron και ο Pauling έκαναν μια μελέτη, κατά την οποία αντιπαράβαλαν καρκινοπαθείς που υποβλήθηκαν σε αγωγή με βιταμίνη C με καρκινοπαθείς ίδιας ηλικίας και φύλου και με την ίδια μορφή και στάδιο καρκίνου που δεν υποβλήθηκαν σε αγωγή με βιταμίνη C. Από την έρευνα αυτή αποδείχθηκε ότι η βιταμίνη C είναι ευεργετική για τη θεραπεία των καρκινοπαθών. Για παράδειγμα ο χρόνος επιβίωσης μιας ομάδας που υποβλήθηκε σε αγωγή με βιταμίνη C ήταν 681 ημέρες, ενώ ο χρόνος επιβίωσης της ομάδας ελέγχου (της ομάδας δηλαδή που δεν υποβλήθηκε σε αγωγή με βιταμίνη C) ήταν μόλις 360 ημέρες.

Μια μετέπειτα μελέτη διεξήχθη από το 1978 ώς το 1982 στην ίδια περιοχή της Σκωτίας. Περιλάμβανε 294 ασθενείς που θεραπεύτηκαν με ασκορβικό οξύ και 1532 ασθενείς που αποτελούσαν ομάδα ελέγχου. Οι ασθενείς έλαβαν είτε βιταμίνη C είτε placebo. Οι ασθενείς που έλαβαν βιταμίνη C είχαν κατά μέσο όρο περίοδο επιβίωσης 343 ημέρες, σχεδόν διπλάσιες από ό, τι οι ασθενείς της ομάδας ελέγχου (180 ημέρες). Επιπλέον οι ασθενείς που έλαβαν βιταμίνη C είχαν βελτιωμένη ποιότητα ζωής.

Το 1979 οι Morishige και Murata δημοσίευσαν μια αναφορά που επιβεβαίωνε τα αποτελέσματα που επιτεύχθηκαν από τον Cameron (19). Σε αυτή την Ιαπωνική μελέτη το ποσοστό θανάτων για τους ασθενείς με την υψηλότερη δόση ασκορβικού οξέος ήταν μόνο το ένα τρίτο του ποσοστού θανάτων αυτών που έλαβαν χαμηλότερες δόσεις. Μελέτησαν 99 ασθενείς, από τους οποίους 44 έλαβαν 4 γραμμάρια ή λιγότερα την ημέρα και 55 έλαβαν 5 γραμμάρια ή περισσότερα. Οι ασθενείς που έλαβαν τη χαμηλή δόση βιταμίνης C έζησαν κατά μέσο όρο 43 ημέρες. Αυτοί που έλαβαν 5 με 9 γραμμάρια έζησαν 275 ημέρες και αυτοί που έλαβαν 10 ώς 15 γραμμάρια έζησαν κατά μέσο όρο 278 ημέρες.

Λίγα χρόνια νωρίτερα ο Irwin Stone στο βιβλίο του «The Healing Factor: Vitamin C against Disease» (Ο θεραπευτικός παράγοντας: Η βιταμίνη C κατά των ασθενειών) συμπέρανε από την επιθεώρησή του στην τεράστια ιατρική βιβλιογραφία για αυτό το συστατικό ότι η βιταμίνη C ήταν χρήσιμη στη θεραπεία του καρκίνου (20). Υψηλότερα επίπεδα βιταμίνης C σε ζώα ήταν συνδεδεμένα με μείωση στη συχνότητα του καρκίνου, και αν και οι περισσότερες από τις μελέτες χρησιμοποίησαν μικρές δόσεις, ο Stone πίστευε ότι έπρεπε να χρησιμοποιηθούν πολύ υψηλότερες δόσεις, ιδιαίτερα όταν η βιταμίνη C είναι ένα από τα ασφαλέστερα γνωστά συστατικά. Ο Stone ανέφερε μια μελέτη, η οποία πολύ πριν είχε προτείνει ότι τα χαμηλά επίπεδα βιταμίνης C ήταν προϋπόθεση για καρκίνο. Ενισχυτικό αυτής της άποψης είναι ότι ο Goth και ο Littmann βρήκαν το 1948 ότι ο καρκίνος άρχιζε σε όργανα των οποίων τα επίπεδα ασκορβικού οξέος ήταν κάτω από 4-5 mg ανά 100 mg (21). Οι Benade, Howard και Burke δουλεύοντας στα εργαστήρια του National Cancer Institute βρήκαν ότι το ασκορβικό οξύ ήταν πολύ τοξικό στο καρκίνωμα ασκίτη Ehrlich και προκάλεσε σημαντικές δομικές αλλαγές στα καρκινικά κύτταρα (22). Το National Cancer Institute όμως αγνόησε αυτή την εργασία. Ο Burke πρότεινε ότι «το μέλλον της αποτελεσματικής χημειοθεραπείας καρκίνου δεν θα στηρίζεται στη χρήση των τοξικών συστατικών που τώρα τόσο ευρέως χρησιμοποιούνται, αλλά στη χρήση μη τοξικών συστατικών, τα οποία είναι θανατηφόρα για τα καρκινικά κύτταρα, από τα οποία το ασκορβικό οξύ αποτελεί ένα άριστο πρωτότυπο».

Ο Irwin Stone αντιλήφθηκε επίσης ότι πολλά από τα συμπτώματα της λευχαιμίας ήταν συμπτώματα του σκορβούτου. Τα λευκά αιμοσφαίρια περιείχαν 20 με 30 φορές περισσότερο ασκορβικό οξύ από ό, τι τα φυσιολογικά κύτταρα. Ο τεράστιος όγκος των κυττάρων τόσο πλούσιων στη βιταμίνη απομόνωνε την προμήθεια του σώματος προκαλώντας σκορβούτο σε άλλους ιστούς. Πρότεινε να δοθεί αρκετή βιταμίνη C, ώστε να κορεστούν αυτά τα κύτταρα και να μείνει αρκετή για το υπόλοιπο σώμα. Περιέγραψε την ιστορία ενός άνδρα 71 ετών με χρόνια μυελογενή λευχαιμία. Έπαιρνε 24,5 με 42 γραμμάρια βιταμίνης C την ημέρα και δεν ήθελε να σταματήσει, διότι αισθανόταν τόσο καλά. Δυο φορές, ακολουθώντας τις οδηγίες του γιατρού του, σταμάτησε να την παίρνει και κάθε φορά ανέπτυσσε πυρετό και η σπλήνα του και το συκώτι του διογκώνονταν. Αυτά τα συμπτώματα εξαφανίστηκαν 6 ώρες μετά που ξαναπήρε τη βιταμίνη. Πέθανε 18 μήνες αργότερα από καρδιακά αίτια. Στην αυτοψία η σπλήνα του και το συκώτι του ήταν φυσιολογικά. Η εικόνα του αίματός του δεν χειροτέρευε όσο έπαιρνε βιταμίνη C.

Οι αναφορές στην επίδραση της βιταμίνης C ως θεραπεία του καρκίνου έχουν συνεχιστεί. Πιθανώς πιο  αξιοσημείωτες είναι αυτές από τον Abram Hoffer, τον πρώτο γιατρό που χρησιμοποίησε διπλή-τυφλή κλινική δοκιμή στην ψυχιατρική. Τα αποτελέσματά του επιβεβαίωσαν αυτά των Cameron, Morishige και Murata στο να δείχνουν σημαντικά αυξημένους χρόνους επιβίωσης (23). Άλλοι γιατροί που έχουν χρησιμοποιήσει βιταμίνη C, για να θεραπεύσουν τον καρκίνο, είναι οι Robert Cathart και Selva Kumar.

Ο Dr. Riordan εξέτασε δείγματα ανθρώπινου ορού από ασθενείς που έλαβαν ενδοφλέβιο ασκορβικό οξύ. Οι μετρήσεις του επιβεβαιώνουν ότι τα επίπεδα που επιτεύχθηκαν είναι αντίστοιχα με αυτά που είναι κυτταροτοξικά σε κύτταρα όγκων σε πειραματικές μελέτες.

Πολλοί γιατροί ανά τον κόσμο χρησιμοποιούν υψηλές δόσεις βιταμίνης C για τη θεραπεία του καρκίνου. Ο γιατρός Stephen Edelson τονίζει ότι «πολλές μελέτες για την αντικαρκινική δράση της βιταμίνης C δεν έχουν χρησιμοποιήσει αρκετά υψηλές δόσεις, επαρκείς για την εξολόθρευση των όγκων. Και όμως υπάρχουν αποδείξεις ότι είναι κατορθωτή η χρήση του ασκορβικού οξέος ως κυτταροτοξικού μέσου. Εμείς χρησιμοποιούμε αυτή τη θεραπεία με επιτυχία στο δικό μας ιατρικό κέντρο» (24). Ο γιατρός Michael Schachter χρησιμοποιεί μεγαδόσεις βιταμίνης C και επιβεβαιώνει ότι η βιταμίνη C δρα μόνο κατά των καρκινικών κυττάρων, αλλά αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο με ενδοφλέβια έγχυση βιταμίνης C και όχι με λήψη από το στόμα. Ο L. Tscetter επιβεβαιώνει ότι σε καταληκτικούς καρκινοπαθείς που λαμβάνουν βιταμίνη C βελτιώνεται η όρεξή τους και μειώνεται ο πόνος τους, με άμεσο επακόλουθο να μην έχουν ανάγκη παυσίπονων φαρμάκων (25).

Τα πρακτικά ενός συνεδρίου με θέμα «Αντιοξειδωτικές βιταμίνες και βήτα-καροτίνη στην πρόληψη των ασθενειών» (Antioxidant Vitamins and B-carotene in Disease Prevention) που πραγματοποιήθηκε στο Λονδίνο στις 2-4 Οκτωβρίου του 1989 δημοσιεύτηκαν στο American Journal of Nutrition τον Ιανουάριο του 1991. Οι αποδείξεις έδειξαν ισχυρή σχέση ανάμεσα σε αντιοξειδωτικά όπως η βιταμίνη C στην πρόληψη του καρκίνου και άλλων ασθενειών.

Άλλο ένα σημαντικό συνέδριο πραγματοποιήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1990 στη Bethesda στο Maryland, με χορηγό το National Cancer Institute. Ένας από τους παράγοντες που οδήγησαν στη συνάντηση ήταν το έντονο αίτημα του Dr. Pauling να εξετάσει το National Cancer Institute σοβαρά τους ισχυρισμούς ότι το ασκορβικό οξύ ήταν χρήσιμο στη θεραπεία του καρκίνου. Τα κύρια συμπεράσματα από αυτή τη συνάντηση υποστήριξαν τη χρήση της βιταμίνης C για τη θεραπεία του καρκίνου:

  1. Το ασκορβικό οξύ προστατεύει τα λιπίδια του πλάσματος από την οξειδωτική βλάβη. Εκκαθαρίζει τις ελεύθερες ρίζες καταστρέφοντάς τες πριν φτάσουν στις μεμβράνες, όπου μπορούν να κάνουν τόση μεγάλη ζημιά.
  2. Το ασκορβικό οξύ μειώνει την τοξικότητα κατά των φυσιολογικών ιστών των φαρμάκων που χρησιμοποιούνται στη χημειοθεραπεία και μειώνει την τοξικότητα της ακτινοβολίας, αλλά δεν προστατεύει τον καρκίνο.
  3. Το ασκορβικό οξύ έχει αντικαρκινικές ιδιότητες. Προστατεύει τα κύτταρα από το καρκινογόνο methylcholanthrene. Ο Linus Pauling ανέφερε ότι το ασκορβικό οξύ μείωσε τη συχνότητα και καθυστέρησε την έναρξη κακοήθων βλαβών σε ποντίκια που εκτέθηκαν σε υπεριώδη ακτινοβολία. Σε άλλη μελέτη το ασκορβικό οξύ μείωσε τη συχνότητα όγκων του μαστού σε ποντίκια.
  4. Μια επιδημιολογική επισκόπηση έδειξε ότι σε 33 από 46 μελέτες η βιταμίνη C ήταν προστατευτική, μειώνοντας τη συχνότητα του καρκίνου και τη θνησιμότητα.
  5. Το ασκορβικό οξύ έχει ιδιότητες που το κάνουν ένα σημαντικό μέρος κάθε θεραπείας καρκίνου και η προκαλούμενη από στρες μείωση του ασκορβικού οξέος από τη θεραπεία του καρκίνου μπορεί να προληφθεί ή να εμποδιστεί από τη χρήση ασκορβικού οξέος.

Οι επιστήμονες και γιατροί που παρακολούθησαν το συνέδριο πείστηκαν για την αξία της βιταμίνης C στην πρόληψη του καρκίνου και αποφάσισαν να αυξήσουν την πρόσληψη τους σε βιταμίνη C στα 1000 mg ή περισσότερο.

Μια από τις επιδημιολογικές μελέτες που αποδεικνύουν την αντικαρκινική δράση της βιταμίνης C έχει διεξαχθεί από τον Gladys Block, Ph.D., επιδημιολόγο στο National Cancer Institute Division of Cancer Prevention and Control. Από τη μελέτη αυτή φάνηκε ότι η βιταμίνη C μειώνει την πιθανότητα για καρκίνο του στομάχου, του παχέος εντέρου, του οισοφάγου, της ουροδόχου κύστης, του τραχήλου της μήτρας, του μαστού, των πνευμόνων, του λάρυγγα, του λαιμού και του παγκρέατος (26).

Το ασκορβικό οξύ έχει αποδειχθεί ότι έχει έναν ακόμη σημαντικό ρόλο στη θεραπεία του καρκίνου. Η βιταμίνη C αυξάνει την τοξικότητα της ακτινοβολίας και της χημειοθεραπείας κατά των καρκινικών κυττάρων και την ίδια στιγμή μειώνει την τοξικότητα των φυσιολογικών ιστών, με άλλα λόγια αυξάνει τον θεραπευτικό δείκτη. Οι Cheraskin, Ringsdorf και Brecher αναφέρθηκαν σε μια παλιότερη μελέτη στην οποία 54 γυναίκες με καρκίνο του τραχήλου θεραπεύτηκαν με ακτινοβολία. Η μισή ομάδα θεραπεύτηκε  για μια εβδομάδα με ένα παρασκεύασμα βιταμινών και μετάλλων που περιείχαν βιταμίνη C και η άλλη μισή δεν  θεραπεύτηκε με αυτό το παρασκεύασμα. Η θεραπευμένη ομάδα με το παρασκεύασμα που περιείχε βιταμίνη C είχε την καλύτερη ανταπόκριση (27). Οι Prasad και Rama ανέφεραν την ίδια επίδραση (28). Ο Hanck επίσης συμπέρανε ότι το ασκορβικό οξύ αύξησε την επιβίωση και μείωσε τις αρνητικές παρενέργειες της ακτινοβολίας (29). Σε μια μελέτη μετά από έξι μήνες το 67% της ομάδας που θεραπεύτηκε με τη βιταμίνη ήταν χωρίς συμπτώματα σε σύγκριση με το 45% της ομάδας ελέγχου.

Η βιταμίνη C αύξησε την αποτελεσματικότητα ενός φαρμάκου (misonidazole) που βελτιώνει το αποτέλεσμα στη θεραπεία του καρκίνου με ακτινοβολία (30). Η βιταμίνη C βελτίωσε τις αντιογκικές ικανότητες των ιατρικών θεραπειών κατά των κυττάρων καρκίνου του εγκεφάλου (νευροβλάστωμα) σε καλλιέργεια (31). Ζώα στα οποία δόθηκε αδριαμυκίνη μαζί με βιταμίνη C είχαν σημαντική παράταση της ζωής και μείωση στη βλάβη της καρδιάς που προκαλεί αυτό το φάρμακο (32). Λόγω της ευρείας χρήσης της αδριαμυκίνης και της τοξικότητας που προκαλεί στην καρδιά, πρέπει να αποτελεί τυπική διαδικασία να δίνονται υψηλές δόσεις αντιοξειδωτικών πριν τη χορήγηση αδριαμυκίνης.

Σε ζώα με μεταμοσχευμένους όγκους έγιναν ενέσεις με υψηλές δόσεις βιταμίνης C μία ώρα πριν από τη θεραπεία με ακτινοβολία σε όλο το σώμα. Η βιταμίνη C δεν επηρέασε την ικανότητα της ακτινοβολίας να σκοτώνει τους όγκους, αλλά παρείχε σημαντική προστασία στα ζώα (33). 50 μη θεραπευμένοι προηγουμένως καρκινοπαθείς χωρίστηκαν τυχαία σε δυο ομάδες. Η ομάδα 1 λάμβανε μόνο θεραπεία με ακτινοβολία και η ομάδα 2 λάμβανε ακτινοβολία συν 5 γραμμάρια καθημερινά βιταμίνης C. Μετα από ένα μήνα το 87% της ομάδας βιταμίνης C πέτυχε εξαφάνιση όλων των όγκων σε σύγκριση με το 55% στην ομάδα ελέγχου (34).

Το 1972 ο Jay Patrick οργάνωσε ένα παγκόσμιο συνέδριο για τη βιταμίνη C στην 50η επέτειο της ανακάλυψής της από τον νομπελίστα Dr. A. Szent Gyorgyi. Τρεις άλλοι επιστήμονες τιμήθηκαν – οι Linus Pauling, Irwin Stone και Fred Klenner. Ο Dr. Fred Klenner ήταν ο πρώτος γιατρός που χρησιμοποίησε ασκορβικό οξύ σε μεγάλες δόσεις. Το βρήκε πολύ αποτελεσματικό στη θεραπεία μιας μεγάλης ποικιλίας ασθενειών είτε διδόμενο από το στόμα είτε διδόμενο ενδοφλέβια. Σε αυτή τη συνάντηση περιέγραψε την ανταπόκριση μιας ασθενούς με καρκίνο του μαστού. Είχε μια μεγάλη μάζα στον μαστό της και είχε αρνηθεί να κάνει συμβατική θεραπεία. Αντίθετα της έδινε 100 γραμμάρια ασκορβικού οξέος ενδοφλέβια την ημέρα. Μετά από μερικούς μήνες ο όγκος είχε σταματήσει να μεγαλώνει και εξωθήθηκε από τον φυσιολογικό ιστό του μαστού και ο μαστός θεραπεύτηκε. Άλλοι ορθομοριακοί ογκολόγοι χρησιμοποιούν ασκορβικό οξύ με αυτό τον τρόπο. Στην 14η International Conference on Human Functioning στις 8-10 Σεπτεμβρίου του 1990 στη Wichita στο Κάνσας ο Dr. Riordan και οι συνεργάτες του ανέφεραν ότι χρησιμοποιώντας καλλιέργειες κυττάρων ήταν ικανοί να καθορίσουν το ποσό του ασκορβικού οξέος που χρειάζεται να γίνει ένεση, ώστε να σκοτωθούν τα καρκινικά κύτταρα. Χρησιμοποιούμενο σε αυτές τις δόσεις το ασκορβικό οξύ συμπεριφέρεται σαν χημειοθεραπεία, αλλά αντίθετα από όλες τις χημειοθεραπείες που χρησιμοποιούνται από τους ογκολόγους δεν έχει τοξικότητα – δεν σκοτώνει τα φυσιολογικά κύτταρα (35).

Υπάρχει υψηλή ανάγκη για βιταμίνη C κατά τη διάρκεια της ανάρρωσης από τον καρκίνο. Σε μια μελέτη 15 ασθενείς με μελάνωμα και καρκίνο του παχέος εντέρου που έκαναν ανοσοθεραπεία (ιντερλευκίνη 2) είχαν επίπεδα αίματος βιταμίνης C ενδεικτικά σκορβούτου (36). Σε 20 ενήλικες ασθενείς που μπήκαν στο νοσοκομείο και δέχονταν ολική παρεντερική διατροφή, οι κατά μέσο όρο καθημερινές ανάγκες βιταμίνης C ήταν 975 mg, που είναι μια ποσότητα 16 φορές μεγαλύτερη από αυτή της RDA. Η ποσότητα βιταμίνης C που χρειάζονταν οι ασθενείς κυμαινόταν από 350 ώς 2250 mg (37). Από 139 ασθενείς με καρκίνο του πνεύμονα που μελετήθηκαν, οι περισσότεροι είχαν έλλειψη βιταμίνης C ή σκορβούτο (38). Άλλη μια μελέτη σε καρκινοπαθείς βρήκε ότι το 46% είχε σκορβούτο (39).

Οι υψηλές δόσεις βιταμίνης C είναι τοξικές στα κύτταρα των όγκων χωρίς να βλάπτουν τους υγιείς ιστούς. Μια από τις εξηγήσεις γιατί η βιταμίνη C σκοτώνει τον καρκίνο αλλά όχι τα υγιή κύτταρα είναι ότι η βιταμίνη C δημιουργεί μεγάλες ποσότητες υπεροξειδίου του υδρογόνου, H2O2, μιας ισχυρής ελεύθερης ρίζας, η οποία εξουδετερώνεται στα υγιή κύτταρα από την καταλάση (40). Τα καρκινικά κύτταρα δεν έχουν καταλάση να τα προστατέψει.

Η βιταμίνη C είναι η έσχατη επιλεκτική τοξίνη κατά του καρκίνου που οι ερευνητές έχουν ερευνήσει (41). Πρόσφατες μελέτες έχουν βρει ότι η βιταμίνη C απορροφάται καλά από τους ιστούς των όγκων. Αυτή η μελέτη οδήγησε στην αντίληψη ότι οι καρκινοπαθείς δεν πρέπει να παίρνουν βιταμίνη C, διότι ίσως μειώσει την αποτελεσματικότητα της χημειοθεραπείας και της ακτινοβολίας. Στην πραγματικότητα καμμιά μελέτη δεν έχει ποτέ βρει ότι αυτό είναι αλήθεια. Η βιταμίνη C σκοτώνει επιλεκτικά τα καρκινικά κύτταρα, ενώ προστατεύει τους υγιείς ιστούς από τις βλαπτικές επιδράσεις της χημειοθεραπείας και της ακτινοβολίας. Η βιταμίνη C απορροφάται από τα κύτταρα των όγκων, επειδή είναι τόσο παρόμοια στη δομή με τη γλυκόζη. Όμως μεγάλες ποσότητες ενός μοναδικού αντιοξειδωτικού σε ένα αναερόβιο περιβάλλον, όπως ένας όγκος, έχουν φανεί ότι γίνονται ένα προ-οξειδωτικό, όπως η χημειοθεραπεία, με τη διαφορά ότι η βιταμίνη C καταστρέφει μόνο τα καρκινικά κύτταρα. Τα αντιοξειδωτικά σε ένα αερόβιο κύτταρο, όπως ένας υγιής ιστός, δουλεύουν σε αρμονία, για να προστατέψουν αυτό το κύτταρο από την οξείδωση, όπως τη χημειοθεραπεία και την ακτινοβολία.

Η βιταμίνη C ήταν τοξική σε κύτταρα μελανώματος αλλά όχι σε υγιή κύτταρα σε καλλιέργεια (42). Σε ζώα με μεταμοσχευμένους όγκους η βιταμίνη C και Β12 μαζί προκάλεσαν σημαντική υποχώρηση των όγκων και 50% επιβίωση της ομάδας θεραπείας, ενώ όλα τα ζώα που δεν έλαβαν βιταμίνη C και Β12 πέθαναν τη 19η μέρα (43). Η βιταμίνη C και Β12 φαίνεται ότι σχηματίζει μια ένωση κοβαλτίου-ασκορβικού οξέος που σταματά την ανάπτυξη των όγκων. Όταν η βιταμίνη C και Κ συνδυάστηκαν με καρκινικά κύτταρα σε καλλιέργεια, η δόση που απαιτείτο, για να καθυστερήσουν και να σκοτώσουν τα καρκινικά κύτταρα, έπεσε σε μόνο 2% σε σύγκριση με τη δόση που απαιτείτο από κάθε μια από αυτές τις βιταμίνες μόνες τους (44). Η βιταμίνη C ή τα απαραίτητα λιπαρά οξέα μπόρεσαν να εμποδίσουν την ανάπτυξη μελανώματος σε καλλιέργεια, όταν όμως συνδυάστηκαν, η αντικαρκινική τους δράση ήταν πολύ ισχυρότερη (45).

Σε μελέτες και κλινικές δοκιμές στην επιστημονική βιβλιογραφία η βιταμίνη C βοήθησε πολλούς καρκινοπαθείς και δεν έβλαψε κανέναν. Σε μια αναφορά ένας 70χρονος άνδρας είχε κάνει ιατρική θεραπεία για καρκίνο των νεφρών και έπειτα είχε μετάσταση. Αρνήθηκε άλλη ιατρική θεραπεία και άρχισε 30 γραμμάρια ενδοφλέβιας βιταμίνης C καθημερινά. Έξι εβδομάδες αργότερα είχε θεραπευτεί από τον καρκίνο (46). Ένας 42χρονος άνδρας με σάρκωμα (reticulum cell sarcoma) θεραπεύτηκε σε δύο διαφορετικές περιστάσεις με υψηλή δόση ενδοφλέβιας βιταμίνης C ως μοναδική θεραπεία και το αποτέλεσμα ήταν ολοκληρωτική ύφεση (47).

Οι Pauling και Cameron βρήκαν ότι 10 γραμμάρια βιταμίνης C καθημερινά έφεραν 22% ποσοστό επιβίωσης σε καταληκτικού σταδίου μη θεραπευμένους καρκινοπαθείς μετά από έναν χρόνο στη βιταμίνη C σε σύγκριση με 0,4% επιβίωση στους ασθενείς που δεν λάμβαναν βιταμίνη C (48).

Φινλανδοί ογκολόγοι χρησιμοποίησαν υψηλές δόσεις θρεπτικών συστατικών (συμπεριλαμβανομένων 2-5 γραμμαρίων βιταμίνης C) μαζί με χημειοθεραπεία και ακτινοβολία για ασθενείς με καρκίνο του πνεύμονα. Κατά κανόνα ο καρκίνος του πνεύμονα είναι κακοήθεια «φτωχής πρόγνωσης» με 1% αναμενόμενη επιβίωση στους 30 μήνες κάτω από φυσιολογική θεραπεία. Σε αυτή τη μελέτη ωστόσο 8 από τους 18 ασθενείς (44%) στους οποίους δίνονταν βιταμίνη C και άλλα θρεπτικά συστατικά ήταν ζωντανοί 6 χρόνια μετά τη διάγνωση (49).

Ογκολόγοι στην Ιατρική Σχολή της Δυτικής Βιρτζίνιας έβαλαν τυχαία 65 ασθενείς με καρκίνωμα της ουροδόχου κύστης είτε σε μια ομάδα που λάμβανε συμπλήρωμα βιταμινών «one per day» (ένα την ημέρα) που παρείχε την RDA (την ημερήσια συνιστώμενη δόση) των βιταμινών είτε σε μια ομάδα που λάμβανε το συμπλήρωμα της RDA συν 40.000 IU βιταμίνης Α, 100 mg βιταμίνης Β6, 2000 mg βιταμίνης C, 400 IU βιταμίνης Ε και 90 mg ψευδαργύρου. Μετά από 10 μήνες η υποτροπή των όγκων ήταν 80% στην ομάδα ελέγχου (συμπλήρωμα RDA) και 40% στην ομάδα μεγαδόσεων βιταμινών. Μετά από πέντε χρόνια η υποτροπή των όγκων ήταν 91% για τα άτομα ελέγχου και 41% για τους ασθενείς που λάμβαναν μεγαδόσεις βιταμινών. Ουσιαστικά οι υψηλές δόσεις θρεπτικών συστατικών, συμπεριλαμβανομένης της βιταμίνης C, μειώνουν την υποτροπή των όγκων στο μισό (50).

Σε μια μη τυχαιοποιημένη κλινική δοκιμή οι Hoffer και Pauling έδωσαν οδηγίες στους ασθενείς να ανολουθήσουν μια αντικαρκινική δίαιτα (δίαιτα με μη επεξεργασμένες τροφές, χαμηλή σε γαλακτοκομικά και ζάχαρη) μαζί με θεραπευτικές δόσεις βιταμινών (συμπεριλαμβανομένων 12 γραμμαρίων βιταμίνης C) και μετάλλων (51). Όλοι οι 129 ασθενείς σε αυτή τη μελέτη έλαβαν ογκολογική θεραπεία. Η ομάδα ελέγχου 31 ασθενών που δεν έλαβε δίαιτα και συμπληρώματα έζησε κατά μέσο όρο λιγότερο από 6 μήνες. Η ομάδα των 98 καρκινοπαθών που έλαβαν δίαιτα και συμπληρώματα έζησαν κατά μέσο όρο 6 χρόνια.

Το 1973 οι υπάλληλοι του National Cancer Institute αρνήθηκαν να αναλάβουν δράση, για να ελέγξουν τις παρατηρήσεις που έκανε ο Dr. Ewan Cameron για την αξία των μεγαδόσεων βιταμίνης C για ασθενείς με προχωρημένο καρκίνο. Είπαν ότι θα ήταν απαραίτητο να πραγματοποιηθούν πρώτα μελέτες σε ζώα, αλλά έπειτα για δέκα χρόνια απέρριψαν αιτήσεις για χορηγίες, για να πραγματοποιηθούν μελέτες σε ζώα και αγνόησαν τα θετικά αποτελέσματα μελετών σε ζώα, όταν τελικά πραγματοποιήθηκαν. Σχεδόν 20 χρόνια αργότερα το 1990 το National Cancer Institute έδειξε επιτέλους σοβαρό ενδιαφέρον στην πιθανότητα η βιταμίνη C να έχει σημαντική αξία στη θεραπεία καθώς και στην πρόληψη του καρκίνου. Την ίδια στιγμή η American Cancer Society άλλαξε από το να περιγράφει τη χρήση βιταμινών για τον έλεγχο του καρκίνου ως απάτη, υποστηρίζοντας  την υψηλή πρόσληψη βιταμίνης C για τον έλεγχο του καρκίνου, αν και συνιστά η υψηλή πρόσληψη να λαμβάνεται από τροφές πλούσιες σε βιταμίνη C.

Η Dr. Evelleen Richards αναφέρει ότι ο Dr. Cameron «ήταν αρκετά γνωστός επαγγελματικά στους Σκωτσέζικους κύκλους χειρουργών και ογκολόγων και είχε εδραιώσει τη φήμη του επιστήμονα που προσέφερε μερικές πολλά υποσχόμενες θεωρητικές σκέψεις για τη διαδικασία του καρκίνου…Η εργασία του Cameron δεν είχε φανεί παρεκκλίνουσα ή ανορθόδοξη». Όταν όμως άρχισε να δίνει μεγαδόσεις βιταμίνης C σε ασθενείς, η κατάσταση άλλαξε: «Από την αρχή της κλινικής έρευνας ο Pauling και οCameron αντιμετώπισαν όλες τις δυσκολίες και απογοητεύσεις που ο Cameron είχε προβλέψει. Είχε να πείσει τους δύσπιστους συναδέλφους του ότι ένα τόσο κοινό και αβλαβές συστατικό όπως η βιταμίνη Cμπορεί να έχει κάτι να προσφέρει στους καρκινοπαθείς. Τα προβλήματά τους επιδεινώθηκαν από τις ριζικές διαφορές ανάμεσα στη θεραπευτική τους προσέγγιση και σε αυτή των συμβατικών ογκολόγων» (52).

Ανάμεσα στις διάφορες προσπάθειες να καταπιέσουν ή να καταρρίψουν τις μελέτες που δείχνουν την αποτελεσματικότητα της βιταμίνης C, είναι μια μελέτη με επικεφαλής τον C.G. Moertel στη Mayo Clinic, που δημοσιεύθηκε το 1985 στο New England Journal of Medicine. Αυτή η μελέτη παρέχει ένα καλό παράδειγμα στο πώς το κατεστημένο του καρκίνου λειτουργεί. Κάθε ένας γιατρός στην Αμερική γνωρίζει για αυτή τη μελέτη, ώστε να πει στον ασθενή «Η Mayo Clinic έδειξε ότι η βιταμίνη C δεν έχει αξία κατά του καρκίνου». Αυτή όμως η δήλωση είναι εσφαλμένη, διότι η μελέτη ήταν τόσο ελαττωματική, ώστε να την κάνει αρκετά αναξιόπιστη. Σε αυτή τη μελέτη σε 50 ασθενείς με προχωρημένο καρκίνο του παχέος εντέρου δόθηκε βιταμίνη C, 10 γραμμάρια την ημέρα. Τους δόθηκε η βιταμίνη για ένα διάστημα μόνο 75 ημερών. Κατά τη διάρκεια των πρώτων 75 ημερών μόνο ένας ασθενής πέθανε. Όταν σταμάτησαν τη βιταμίνη C οι ασθενείς άρχισαν να πεθαίνουν γρήγορα, περίπου οι μισοί από αυτούς πεθαίνοντας κατά τη διάρκεια των επόμενων 75 ημερών. Ο Cameron και ο Pauling είχαν προηγουμένως επισημάνει ότι μπορεί να είναι επικίνδυνο για τους καρκινοπαθείς, όταν υψηλές δόσεις βιταμίνης C σταματήσουν ξαφνικά. Αν γινόταν μια λεπτομερής ανάλυση των ιστορικών της μελέτης της Mayo Clinic, θα παρείχε πολύτιμες πληροφορίες σχετικά με το πόσο σοβαρή είναι η επίδραση της ξαφνικής διακοπής της βιταμίνης C για τους καρκινοπαθείς, αλλά ο Dr. Moertel αρνήθηκε να δώσει στη δημοσιότητα πληροφορίες σχετικά με την έρευνα άλλες από αυτές που ήταν στη δημοσιευμένη μελέτη. Στη μελέτη τους οι ερευνητές της Mayo Clinic ρώτησαν γιατί ο Cameron παρατήρησε μια πολύ μεγάλη επίδραση της βιταμίνης C στο να επεκτείνει τους χρόνους επιβίωσης των καρκινοπαθών, ενώ αυτοί δεν είχαν παρατηρήσει τέτοια επίδραση, αλλά κάποια μείωση στην επέκταση ζωής. Η προφανής απάντηση ότι οι ασθενείς του Cameron συνέχισαν να λαμβάνουν τη βιταμίνη για χρόνια, αλλά οι ασθενείς τους μόνο για 75 ημέρες δεν δόθηκε στη μελέτη τους (53).

Ο Linus Pauling εξηγεί ότι στις διάφορες μελέτες που υποστηρίζουν ότι η βιταμίνη C δεν βοηθά κατά του καρκίνου, οι δόσεις της βιταμίνης C που χορηγήθηκαν ήταν πολύ χαμηλές και η χορήγησή τους διεκόπη πρόωρα. Επιπλέον οι ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκαν αυτές οι δόσεις της βιταμίνης C είχαν υποβληθεί σε χημειοθεραπεία και θεραπεία με ακτινοβολία, έχοντας ξεπεράσει το σημείο της ανάρρωσης. Ο Pauling καταγγέλλει τους διεξάγοντες τις προκατειλημμένες αυτές μελέτες, υπενθυμίζοντάς τους ότι υπάρχει ένα σημείο, όπου οι καταληκτικοί καρκινοπαθείς δεν μπορούν να ανταποκριθούν ακόμα και στην καλύτερη θεραπεία. Στις εν λόγω όμως έρευνες δεν ελήφθησαν υπόψη τα βιολογικά αυτά όρια.

Το 2007 ο FDA (Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων της Αμερικής) ενέκρινε την πρώτη κλινική δοκιμή στις ΗΠΑ, για να εξακριβώσει αν οι υψηλές δόσεις ενδοφλέβιας βιταμίνης C είναι ασφαλείς και αποτελεσματικές στη μάχη κατά του καρκίνου. Ερευνητές στα Cancer Treatment Centers of America (CTCA) προχωρούν την έρευνα για την αντικαρκινική θεραπεία με βιταμίνη C. Επικεφαλής της μελέτης αυτής ήταν ο Dr. Christopher M. Stephanson, ειδικευμένος στην εσωτερική ιατρική στο CTCA, ο Dr. Robert D. Levin, επικεφαλής ιατρικής ογκολογίας στο CTCA και ο Christopher G. Lis, κλινικός επιδημιολόγος, αντιπρόεδρος έρευνας και ανάπτυξης του CTCA.

Οι ερευνητές συγκέντρωσαν 18 ασθενείς για τη μελέτη. Στόχος της μελέτης αυτής ήταν να εξακριβωθεί η άριστη θεραπευτική δόση ενδοφλέβιας βιταμίνης C για τη θεραπεία του καρκίνου. Οι ερευνητές έψαχναν για άνδρες και γυναίκες ασθενείς που είχαν προχωρημένο στερεό όγκο, δεν ακολουθούσαν κάποια άλλη θεραπεία και είχαν μέσο όρο ζωής τουλάχιστον τριών μηνών. Στους ασθενείς που επιλέχθηκαν από τους ερευνητές θα χορηγείτο ενδοφλέβια βιταμίνη C σε υψηλές δόσεις τέσσερεις μέρες την εβδομάδα για τέσσερεις εβδομάδες.

Ο Dr. Stephanson είπε ότι ένας από τους στόχους της έρευνας ήταν να παρατείνει την επιβίωση των καρκινοπαθών προχωρημένου σταδίου. Ανέφερε ότι η πρώτη ομάδα ασθενών θα λάμβανε 50 γραμμάρια ενδοφλέβιας βιταμίνης C σε ρυθμό ενός γραμμαρίου το λεπτό (54).

Νέες μελέτες δείχνουν ελπιδοφόρα αποτελέσματα για τη θεραπεία του καρκίνου με ενδοφλέβια βιταμίνη C.

Αναφέρουμε μελέτη του 2017 του University of Iowa Health Care που δημοσιεύθηκε στο Redox Biology. Εδώ παραθέτουμε το δημοσίευμα της Science Daily:

 

https://www.sciencedaily.com/releases/2017/01/170109134014.htm

http://mariosdimopoulos.com/karkinos/%CE%B5%CE%BD%CE%AD%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%B7-%CE%B2%CE%B9%CF%84%CE%B1%CE%BC%CE%AF%CE%BD%CE%B7-c-%CE%BC%CE%B9%CE%B1-%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%BB%CE%AC-%CF%85%CF%80%CE%BF%CF%83%CF%87%CF%8C%CE%BC%CE%B5%CE%BD/

Ετικέτες: